Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Άρτεμις, μέρος έβδομο: Στου Πέτρου

Δεν φημίζομαι γιά την νοικοκυραδοσύνη μου, η κατάσταση όμως που επικρατούσε στο σπίτι, ξεπερνούσε το αναμενόμενο από τον μέσο εργένη χάος. Και καλά έκανε δηλαδή, μιάς και σε τελευταία ανάλυση, δεν μπορώ να χαρακτηριστώ μέσος εργένης. Δεν θέλω γενικά να είμαι μέσος. Μέσος πολίτης, μέσος καταναλωτής. Περνώντας το πρωί από το σπίτι, η Άρτεμη δεν το είχε δει. Είχε προτιμήσει να μείνει στο αυτοκίνητο, όση ώρα χρειάστηκα ν' αλλάξω ρούχα. Σχολίασε την κατάσταση που βρήκε μπροστά της.

"Σου χρειάζεται μιά νοικοκυρά".

"Δεν χρειάζομαι νοικοκυρές, μιά γυναίκα θέλω. Μιά γυναίκα απλώς γυναίκα".

"Πρόσεξε, είναι σπάνιες, αξίζουν δεκάδες δορκάδων", απάντησε.

Με εξέπληξε γιά ακόμη φορά. Η διάθεσή της είχε φτιάξει. Το ίδιο και η δική μου. Φαίνεται πως ο κρύος νυχτερινός αέρας στην εθνική έκανε και στους δυό μας καλό. Ήταν περασμένες δύο, κανείς μας όμως δεν νύσταζε. Να πέσουμε στο κρεβάτι, ήταν κάτι που το φοβόμασταν και οι δύο.

"Βάλε μου σε παρακαλώ μία βότκα", μου είπε.

"Γιά λόγους αυτοσυντήρησης αγαπητή μου, στο σπίτι αυτό δεν υπάρχει καθόλου αλκοόλ. Αν θέλουμε να πιούμε, πρέπει να πάμε σε κανένα μπαρ", της απάντησα.

Η ιδέα της άρεσε, πήγαμε λοιπόν στου Τάσου. Εκεί βρήκαμε τον Πέτρο τον φίλο μου με την γυναίκα του την Λένα. Καθίσαμε μαζί τους. Γίναν οι απαραίτητες συστάσεις, έπεσαν τα σχετικά σχόλια, τι δουλεία έχεις εσύ ρε λεχρίτη με μιά τέτοια κυρία, πέρασε λίγο η ώρα, μείναμε μόνοι μας στο μαγαζί. Ήρθε και κάθισε μαζί μας και ο Τάσος, αρχίσαμε να συζητάμε και να εκφέρουμε όλοι γνώμη γιά όλα, λύσαμε τα προβλήματα της Ελλάδας, της Ευρώπης, περάσαμε ένα χέρι και τα προβλήματα της Λατινικής Αμερικής. Όσο κρατούσε όλη αυτή η κουβέντα, πρόσεχα όσα έλεγε και τον τρόπο που τα έλεγε. Σεβόταν τον συνομιλητή της, τα πράγματα γιά τα οποία εξέφραζε γνώμη φαινόταν να τα γνωρίζει, πολύς κόσμος στο τραπέζι βρέθηκε σε αμηχανία όταν με διακριτικό ομολογουμένως τρόπο του απεδείκνυε ότι έλεγε αρλούμπες. Μόνον εμένα δεν έβαλε στην θέση μου όταν έχοντας παρασυρθεί από την δυναμική της κουβέντας, άρχισα να λέω σαχλαμάρες γιά τον Διονύσιο εκ Φουρνά. Με κοίταξε μόνο, χαμογέλασε και δεν είπε τίποτα. Όλη αυτή την ώρα την κρατούσα από την μέση, όταν η ένταση της κουβέντας ανέβαινε, την έσφιγγα. Αυτή, ακουμπούσε απαλά το χέρι της στο πόδι μου. Μας βρήκε τελικά το ξημέρωμα. Ο Τάσος ήταν πεθαμένος από την κούραση. Αποφασίσαμε να φύγουμε, γιά να τον αφήσουμε να πάει γιά ύπνο. Η Λένα πρότεινε να πάμε στο σπίτι τους γιά καφέ και κρουασάν. Μένουν πολύ κοντά στο μπαρ, έτσι πήγαμε με τα πόδια. Στον δρόμο, οι γυναίκες άρχισαν να προχωρούν μπροστά, εγώ με το Πέτρο μείναμε λίγο πιό πίσω. Ο Πέτρος άρχισε τα δικά του. Ρε συ, που την καμάκωσες αυτή, πότε έγινε το κακό, πως τα κατάφερες ρε θηρίο και άλλα τέτοια. Απαντούσα σε ανάλογο τόνο, μα μέσα μου ένοιωθα ανακουφισμένος. Επιτέλους, ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Δεν είχε υπερφυσικές δυνάμεις, δεν είχε μαντέψει τίποτα το φοβερό, έβλεπε αυτό που του έδειχναν τα μάτια του και τίποτα παραπάνω.

Φτάσαμε στο σπίτι, καθίσαμε στο μπαλκόνι, ήρθαν οι καφέδες και τα κρουασάν. Την είδα να φέρνει το φλιτζάνι της κοντά στο στόμα, να μυρίζει τον καφέ, να κλείνει τα μάτια και να ρουφά την πρώτη γουλιά. Δεν κρατήθηκα, την πλησίασα, πήρα το φλιτζάνι από τα χέρια της, την φίλησα και της είπα "Καλημέρα". Μου απάντησε "Καλημέρα". Ξαφνικά, όλοι οι φόβοι, οι ανασφάλειες, τα κακά προμηνύματα των διαφόρων πήγαν περίπατο. Πέθαναν και πήγαν να βρούνε την νύχτα που είχε ξεψυχήσει πριν από λίγο. Ο ήλιος είχε βγει γιά τα καλά, τον χαιρετίσαμε με την καρδιά μας, μας χαιρέτησε κι αυτός. Ο Πέτρος βγήκε στο μπαλκόνι εκείνη την στιγμή, μας είδε και περιορίστηκε να πει "Άδικα έφερα το μέλι". Προσγειωθήκαμε στην πραγματικότητα. Ήμασταν με φίλους, η διάθεση όλων μας ήταν περίφημη, αρχίσαμε να λέμε ανέκδοτα. Κατά τις οκτώ το πρωϊ, η οικοδέσποινα μας αποχαιρέτησε και πήγε γιά ύπνο. Όλοι μας τον χρειαζόμαστε. Σηκωθήκαμε να φύγουμε. Ο Πέτρος δεν ήθελε ούτε ν' ακούσει κάτι τέτοιο. "Που να τρέχετε τώρα, πηγαίντε στον ξενώνα να ξαπλώσετε μιά δυό ωρίτσες και μετά φεύγετε", μας είπε. "Είναι μακρυά από την δική μας την κρεβατοκάμαρα, δεν θα σας ενοχλήσουμε", συμπλήρωσε και στο πρόσωπό του γράφτηκε ένα πονηρό χαμόγελο. Έφερε σεντόνια και μαξιλάρια, ετοίμασε το δωμάτιο και μας άφησε. Ξεντυθήκαμε, ξαπλώσαμε και την πήρα αγκαλιά. "Κράτα με σε παρακαλώ, μην με αφήσεις ποτέ", μου είπε. "Μην φοβάσαι αγάπη μου, τώρα είμαστε μαζί", της απάντησα. Κοιμηθήκαμε σχεδόν αμέσως.

Όταν ξύπνησα, ήμουν μόνος στο κρεβάτι. Φοβήθηκα πως όλα αυτά ήταν μόνο ένα όνειρο. Κοίταξα το δωμάτιο, κατάλαβα πως ήμουν στο σπίτι του Πέτρου, ήρθε η καρδιά στην θέση της. Ντύθηκα και βγήκα έξω. Κάθονταν και οι τρεις τους στο μπαλκόνι και έπιναν καφέ. Ο Πέτρος ανάλυε το αγαπημένο του θέμα. Καλοκαιρινές διακοπές. Μόλις με είδε, τα μάτια της άστραψαν. Σηκώθηκε, έφερε από την κουζίνα ένα φλιτζάνι, είχε μάθει όλα τα κατατόπια του σπιτιού και είχε πάρει από τους οικοδεσπότες την άδεια να κινείται ελεύθερα μέσα σ' αυτό, μου έβαλε καφέ, ζάχαρη, την σωστή ποσότητα, και μου τον έδωσε κοιτάζοντάς με στα μάτια. Ένοιωσα πως δεν μου προσέφερε απλώς ένα φλιτζάνι καφέ, μου προσέφερε την ψυχή της. Τα δάχτυλά μου κάηκαν, και δεν έφταιγε η θερμοκρασία του καφέ γι' αυτό. Ο Πέτρος, ενοχλημένος από το γεγονός ότι η έξοδός μου στο μπαλκόνι είχε αποσπάσει την προσοχή του ακροατηρίου του, σχολίασε "Ούτε η άγια μετάληψη να ήταν". "Που το ξέρεις ότι δεν ήταν;", του απάντησε η Άρτεμις. Γιά να μην αφήσω να δημιουργηθεί ένταση, ανακατεύτηκα στην κουβέντα και είπα. "Δεν ξέρω γιά το αίμα του κυρίου, το σώμα του όμως το προτιμώ με σοκολάτα", και πήρα ένα κρουασάν από το τραπέζι. Γελάσαμε όλοι, ο Πέτρος πάλι ξαναβρήκε το νήμα της διήγησής του. Ήπια την πρώτη γουλιά καφέ. Αισθάνθηκα πως είχε ελαφρότατα αλμυρή γέυση. "Τούτο εστί το αίμα μου..." Αλέξανδρε σοβαρέψου, είπα στον εαυτό μου. Την κοίταξα. Τα μάτια της μου είπαν πως είχα ήμουν πολύ σοβαρός και πως δεν ήταν καθόλου αστείο αυτό που σκέφτηκα. "Θέλεις να ζήσουμε μαζί;" την ρώτησα με τα μάτια. Μου απάντησε "Θέλω". "Με αρραβωνίζεσαι αυτή την στιγμή;", την ξαναρώτησα "Ναι", μου απάντησε. Έσκυψα και την φίλησα την στιγμή που ο Πέτρος περιέγραφε πως πέρασαν πριν από χρόνια ένα μεγάλο κομμάτι του Ε4 με τα πόδια. Σταμάτησε την κουβέντα του. Γύρισα κοίταξα τους φίλους μας και τους είπα "μόλις αραβωνιαστήκαμε". "Τι;" "Μόλις αρραβωνιαστήκαμε. Έκανα πρόταση στην Άρτεμη, την δέχτηκε, τελείωσε. Ευχυθήτε μας καλούς απογόνους". Πήγαν και οι δυό τους να γελάσουν, μα είδαν πως σοβαρολογούσαμε. "Άντε παιδιά, να ζήσετε", είπε η Λένα. Αυτή την γυναίκα είναι πραγματικά δύσκολο να την αιφνιδιάσεις. Ο Πέτρος το πίστευε δεν το πίστευε, στο τέλος τον έπιασαν τα γέλια, σηκώθηκε με αγκάλιασε, με φίλησε και μου είπε "Από ένα σαλταδόρο σαν κι εσένα, κάτι τέτοιο έπρεπε να περιμένω. Άντε βρε να ζήσετε". Φίλησε και την Άρτεμη, της είπε "πρόσεχέ τον, είναι λιγάκι παλαβός αλλά καλό παιδί".

Να το γιορτάσουμε! Η κραυγή ήταν του Πέτρου. Πάντα βρίσκει αυτός ο άνθρωπος μιά ευκαιρία γιά να στήσει ένα τσιμπούσι. Τώρα, η ευκαιρία ήταν μεγάλη, δεν υπήρχε περίπτωση να μην στηθεί γλέντι. "Θα το κάψουμε. Εγώ μπαίνω κουμπάρος. Άλεξ, πάμε να πάρουμε κρασί. Λένα, κοίτα στο μεταξύ τι μπορούμε να ετοιμάσουμε"."Γιά χάρη σου κοπέλα μου, θα σφάξουμε τον μόσχο τον σιτευτό", είπε απευθυνόμενος στην Άρτεμη. Είχε ανεβάσει στροφές, δεν τον σταματούσε πλέον τίποτα. Ξεκινήσαμε γιά την κάβα της γειτονιάς. Κάτι ήθελε να μου πει ο φίλος, δεν πηγαίναμε παρέα μόνο και μόνο γιά να κουβαλήσουμε δυό μπουκάλια κρασί.

"Τι δουλειά κάνει η Άρτεμη", με ρώτησε.

"Είναι αρχιτεκτόνισσα", του απάντησα.

"Το ξέρεις πως είναι λεσβία;" Αυτός ο άνθρωπος είναι όλο εκπλήξεις.

"Εγώ το ξέρω, εσύ που το ξέρεις ρε απατεώνα;"

"Όταν είχα την κάβα, θυμάσαι, είχα πάρε δώσε μ' ένα gay bar στο Θησείο. Αυτή είχε κάνει την εσωτερική διακόσμηση. Την είχα πετύχει μιά δυό φορές που πήγα γιά δουλειά μαζί με την φιλενάδα της, μιά γυμνάστρια σκέτο κτήνος, να δεις πως την έλεγαν..."

"Στέλλα", του απάντησα.

"Σωστά. Άρα ξέρεις τι παίζεται".

"Ξέρω και σε βεβαιώνω ότι το κεφάλαιο Στέλλα έληξε". "Αλλά δεν μου λες", συνέχισα "αφού τα ήξερες όλα αυτά γιατί δεν είπες τίποτα χθες το βράδυ και γιατί σήμερα αποφάσισες να το παίξεις κουμπάρος;"

"Χθες δεν είχα ιδέα γιά το ποιά είναι. Κάτι μου θύμιζε, κάπου την είχα ξαναδεί αλλά δεν ήμουν σίγουρος. Πριν ξυπνήσεις, με βοήθησε να σερβίρουμε τους καφέδες. Όση ώρα περίμενε να τους ετοιμάσω, καθόταν στο πάσο της κουζίνας όπως ακριβώς καθόταν και στο μπαρ. Τότε την θυμήθηκα. Όταν μου είπες τι δουλειά κάνει, σιγουρεύτηκα. Τώρα, όσο γιά το κουμπαριλίκι, σιγά μην παντρευτείτε".

"Γιατί ρε φίλε;"

"Τους μεγάλους έρωτες της ζωής μας δεν τους παντρευόμαστε. Τους βιώνουμε, ξεθωριάζουν και πάμε καλιά μας"

"Και που το ξέρεις ότι πρόκειται γιά τον μεγάλο έρωτα της ζωής μας;"

"Δεν αρραβωνιάζεσαι δυό μέρες μετά την γνωριμία σου με την άλλη".

"Αυτό σημαίνει πως σύντομα θα παντρευτούμε".

"Τίποτα δεν σημαίνει. Σημαίνει πως αυτό που υπάρχει μεταξύ σας είναι πάρα πολύ δυνατό. Εδώ που τα λέμε, δεν είναι και λίγο πράγμα να κοιμάσαι το ένα βράδυ λεσβία και να ξυπνάς το άλλο πρωί φυσιολογική. Ο άνθρωπος που καθοδηγεί αυτή την μεταμόρφωση, δεν μπορεί να είναι τυχαίος. Είναι ορόσημο στην ζωή σου. Είσαι πολύ μεγάλος γιά να σε δεχτεί γιά απλό σύντροφο της ζωής της. Να το θυμάσαι, δεν θα είσαι ο τελευταίος άντρας της. Όταν περάσει ο καιρός και ξεθυμάνετε, θα χωρίσετε. Αυτή θα βρει έναν καλό, συνηθισμένο κύριο που δεν θα έχει όρεξη γιά περιπέτειες και θα ζήσει μαζί του. Θα είσαι ορόσημο στην ζωή της, αλλά φίλε τα ορόσημα τελικά ανήκουν στο παρελθόν".

"Γιά στάσου κύριε παντογνώστη, γιατί δεν τα ξέρεις όλα. Το ξέρεις πως δεν είναι ανάγκη να μιλάμε μεταξύ μας, αλλά επικοινωνούμε με το βλέμμα μας;"

"Το ξέρω, από χθές το βράδυ το βλέπω να συμβαίνει συνεχώς και δεν σου κρύβω πως σας θαυμάζω. Όμως το γεγονός αυτό ενισχύει την άποψή μου. Ζείτε και οι δυό σας κάτι πολύ δυνατό αυτή την στιγμή. Πως θα νιώσετε όταν αυτό το πράγμα πάψει να συμβαίνει μετά από καιρό;"

"Δεν θα αφήσουμε να γίνει κάτι τέτοιο".

"Όπως δεν το προκαλέσατε, αλλά απλώς σας προέκυψε, έτσι δεν μπορείτε να το συντηρήσετε επ' άπειρον. Κι όταν τελειώσει αυτό, η σχέση σας θα έχει ξεθυμάνει".

"Και η Στέλλα ήταν ορόσημο στην ζωή της. Δηλαδή, δεν είμαι τίποτα περισσότερο από ένα υποκατάστατο της Στέλλας;"

"Δεν είσαι υποκατάστατο, είσαι ο άντρας μετά από την Στέλλα. Είσαι θετικό ορόσημο, αυτή ήταν πιθανότατα αρνητικό. Αλλά όπως και νάχει το πράγμα εσύ τι ζόρι τραβάς; Ζήσε μαζί της όσο καιρό είναι να ζήσετε μαζί, μην τον δηλητηριάσεις με υπαρξιακές ανασφάλειες, βάλτην να σου φτιάξει και το σπίτι που έχει τα χάλια του, την δουλειά της την ξέρει καλά το μπαρ ήταν τέλειο, και όταν χωρίσετε μετά από καιρό, θα έχεις μιά δυνατή ιστορία να θυμάσαι. Εσείς οι δύο έχετε ημερομηνία λήξεως, αλλά αυτό δεν πρέπει να αμαυρώσει την κοινή σας ζωή".

Έπρεπε να παραδεχτώ πως οι συλλογισμοί του ήταν σωστοί. Φτάσαμε στην κάβα, πήραμε τα κρασιά, σαν κουμπάρος, μου είπε γελώντας, θα μου επιτρέψεις να τα πληρώσω εγώ, ξεκινήσαμε γιά το σπίτι.

Οι γυναίκες στο σπίτι είχαν αρχίσει να οργανώνονται. Ετοίμαζαν μεζεδάκια, ανακατεύτηκε και ο Πέτρος στην κουζίνα, πάντα του άρεσε να μαγειρεύει, έμεινα μόνος στο μπαλκόνι. Όχι γιά πολύ. Ήρθε κρατώντας δυό ποτήρια με κρασί.

"Με έδιωξαν από την κουζίνα, δεν επιτρέπεται λέει το τιμώμενο πρόσωπο να ανακατεύεται με μαγειρέματα".

"Καλώς την, της είπα".

Την ώρα που πίναμε το κρασί μας, ο ήλιος την χτύπησε στο πρόσωπο. Έλαμψε. Ένοιωσα τον πόθο να ξυπνάει μέσα μου. Σηκώθηκα και πήγα σε μιά γωνιά του μπαλκονιού, μακρυά από την κουζίνα. Της έγνεψα να έρθει κι αυτή. Την έβαλα να ακουμπήσει στο τσιμεντένιο στηθαίο, στήθηκα από πίσω της και άρχισα να την χαϊδεύω στο στήθος και την κοιλιά. Το μπαλκόνι στο σημείο εκείνο είναι πνιγμένο στα αναρριχητικά, κανείς δεν μας έβλεπε από τις διπλανές πολυκατοικίες. Σήκωσα την φούστα της, κατέβασα το σλιπάκι της, την έβαλα να σκύψει λίγο και μπήκα μέσα της.

"Τι κάνεις εκεί, θα μας δούνε", πρόλαβε να πει.

Κινήσεις αργές, προσεκτικές. Δεν έπρεπε να φωνάξει, δεν έπρεπε να μας πάρουν χαμπάρι. Ήθελα να επιτείνω τον ρυθμό μου. Δεν το έκανα. Αντί γι' αυτό, την κρατούσα από την λεκάνη και την έσφιγγα όλο και πιό πολύ. Δεν έβγαινε ήχος από τα χείλη της. Καμιά φορά, ακουμπούσα πάνω στην περικοκλάδα που ακουγόταν να τρίζει σαν να την φύσαγε ο αέρας. Η σιωπή ήταν ο σύμμαχός μας. Κρατούσε το στηθαίο και τα κότσια στα χέρια της είχαν ασπρίσει από την δύναμη που έβαζε. Έφτασε στην κορυφή, τραντάχτηκε, δεν φώναξε, φάνηκε μόνο σαν να ρουφούσε την αναπνοή της. Σταμάτησα, τραβήχτηκα. Της φόρεσα πάλι το σλιπάκι, κούμπωσα με δυσκολία το παντελόνι μου, πέρασα απαλά το χέρι μου γύρω από τον λαιμό της και την βοήθησα να σηκωθεί. Την γύρισα και την κοίταξα στο πρόσωπο.

"Δεν το πιστεύω αυτό που έγινε", μου είπε.

"Αυτά παθαίνεις όταν αφήνεις τον ήλιο να σου χαϊδεύει το πρόσωπο".

"Με αυτό τι θα κάνεις;" με ρώτησε καθώς με χούφτωνε.

"Θα το τακτοποιήσουμε στο μέλλον", της είπα.

"Πρέπει να πάω στο μπάνιο", είπε τρέχοντας σχεδόν προς την μπαλκονόπορτα.

Γύρισα στην καρέκλα μου, άναψα τσιγάρο και προσπάθησα να ηρεμήσω. Μετά από ένα λεπτό, τα πράγματα είχαν επανέλθει στο φυσιολογικό τους.

Ο Πέτρος άρχισε να φέρνει τους πρώτους μεζέδες στο τραπέζι. Φορούσε στο πρόσωπο το πονηρότερό του χαμόγελο.

"Τι της έκανες βρε κτήνος της γυναίκας; Ήρθε στην κουζίνα, και μας δήλωσε ορθά κοφτά πως δεν ξανακάθεται μόνη στο μπαλκόνι παρέα με ένα σάτυρο".

"Δεν φταίω εγώ αν ο ήλιος την χτυπά στο πρόσωπο και με τυφλώνει".

Δεν επέμεινε παραπάνω.

"Είσαι ένας εσύ...", περιορίστηκε να πει.

"Έρχομαι μέσα να βοηθήσω", είπα.

Σηκώθηκα, μπήκα στην κουζίνα. Με το που με είδε, μου έστειλε ένα φιλί. Πήγα να την πλησιάσω, "μείνε μακρυά μου, είσαι επικίνδυνος", είπε.

"Δεν πάτε μέχρι τον ξενώνα να λύσετε τις διαφορές σας;" σχολίασε η Λένα. Πάντα πρακτική αυτή η γυναίκα. Και περίφημη μαγείρισσα. Η κουζίνα μοσχομύριζε από τις λιχουδιές που είχε ετοιμάσει. Πήρα δυό έτοιμα πιάτα, πήγα να βγω έξω.

"Δεν θα με φιλήσεις;", ρώτησε. "Έτσι είσαστε όλοι σας, μέχρι να πάρετε αυτό που θέλετε από τις αθώες και άπραγες κοπέλες, είσαστε όλο γλυκές. Μετά, τις πετάτε στον δρόμο σαν μεταχειρισμένα χαρτομάντιλα".

Μέχρι να τελειώσει την φράση της, ήμουν δίπλα της, και είχα αφήσει τα πιάτα στον νεροχύτη. Την άρπαξα από την μέση, τα χέρια μου απόλαυσαν την αίσθηση του γεροδεμένου της κορμιού. Την φίλησα με δύναμη στο στόμα. Παρατράβηξε το φιλί, ο Πέτρος μας έδωσε να καταλάβουμε πως δεν ήμασταν μόνοι σε κείνο το σπίτι.

"Παιδιά, να φάμε καμιά φορά". Χωρίσαμε.

"Παραπονιέσαι, αλλά τα τραβάει και σένα ο οργανισμός σου", της είπε. Όλοι μαζί βάλαμε τα γέλια.

Ετοιμάσαμε το τραπέζι, καθίσαμε, αρχίσαμε να τρώμε και να πίνουμε. Σε κάποια στιγμή σταμάτησα, και κοίταξα τον ορίζοντα που φαινόταν ανάμεσα από τις πολυκατοικίες.

"Τι έχεις;", με ρώτησε.

"Τίποτα, είμαι ευτυχισμένος".

"Κι εγώ το ίδιο".

"Αύριο όμως είναι εργάσιμη μέρα".

"Δεν πειράζει, κάποτε πρέπει να πας στην δουλειά σου, έτσι δεν είναι;"

"Εσύ τι θα κάνεις αύριο;"

"Λέω να πάω από το γραφείο να δω αν υπάρχει καμιά εκκρεμότητα. Μπορεί να ξεκινήσω και μιά άδεια που μου έχει ζητήσει η αδελφή μου να της βγάλω γιά το εξοχικό που θέλει να χτίσει".

Κατάθλιψη. Μετά τις τρεις ημέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο, η καθημερινότητα άρχισε να ρίχνει βαριά την σκιά της πάνω μας. Μας φαντάστηκα λίγο καιρό μετά. Γυρίζω από την δουλειά,

"πως πέρασες σήμερα αγάπη μου;"

"Καλά, μόνο που είχαμε μιά κόντρα γιά την καινούργια δουλειά".

Αυτό συνήθως μεταφράζεται σε έγινε της πουτάνας πάλι σήμερα, άλλα τους έλεγα και άλλα καταλάβαιναν, αλλά μην ανησυχείς, η πουτάνα, η κόντρα δηλαδή, βρίσκεται υπό έλεγχο. Φρίκη.

"Ρε συ Άλεξ, ο Μανώλης τι γίνεται;" με ρώτησε ο Πέτρος.

Ο Μανώλης είναι ένας ξάδελφός μου που μένει στα Χανιά και ο Πέτρος τον έχει συναντήσει μερικές φορές. Μάλιστα, ένα καλοκαίρι που περνούσαν από την πόλη, τους είχε φιλοξενήσει στο σπίτι του ένα βράδυ. Ελεύθερος, γυναικάς και οπαδός του αξιώματος μία στην καβάτζα και πάμε γι' άλλες. Που τον θυμήθηκε ξαφνικά, δεν μπόρεσα να καταλάβω.

"Καλά είναι, παραπονιέται τελευταία πως είναι μόνος του, αλλά στην πραγματικότητα απ' ότι ξέρω αυτή την στιγμή έχει σχέσεις με δύο γυναίκες, μία στα Χανιά και μία στο Ηράκλειο".

Μόλις είπα αυτή την φράση, μιά ιδέα γεννήθηκε στο μυαλό μου. Χανιά. Γιατί όχι; Κάτι μέρες άδεια είχα φυλάξει γιά τα Χριστούγεννα, δουλειά στο γραφείο αυτή την εποχή δεν είχαμε, στην ουσία δηλαδή κωλοβαράγαμε, η Άρτεμις ουσιαστικά δεν είχε καμία υποχρέωση, το τελευταίο αεροπλάνο έφευγε γύρω στις 11 το βράδυ, ήταν 5 το απόγευμα, λεφτά είχα, τι μας εμπόδιζε λοιπόν; Δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά. Τους άφησα στο τραπέζι, μπήκα μέσα στο σπίτι, τηλεφώνησα στην Ολυμπιακή. Δύο κρατήσεις γιά Χανιά γιά την πτήση των 11. Δεύτερο τηλέφωνο στον Μανώλη. Μόλις είχε ξυπνήσει από τον απογευματινό του ύπνο.

"Κατεβαίνω απόψε στα Χανιά με την πτήση των 11 μαζί με την καινούργια μου φιλενάδα", του είπα.

Έπεσε από τα σύννεφα. Καλά πως, που, πότε την γνώρισες, άρχισε να μου λέει.

"Αυτά, θα τα πούμε από κοντά. Αν μπορείς, θα ήθελα να μας κλείσεις ένα δωμάτιο σε κανένα καλό ξενώνα".

"Κοίτα, εγώ αύριο το μεσημέρι θα πάω στο Ηράκλειο. Γιατί δεν μένετε στο σπίτι μου;"

Καλή ιδέα, γιά μία ακόμη φορά το σπίτι του θα γνώριζε μέρες δόξας και μεγαλείου.

"Εντάξει, αλλά κλείσε μας ένα δωμάτιο γι απόψε".

"Εντάξει. Θα τα πούμε από κοντά. Θα έρθω να σας πάρω από το αεροδρόμιο".

Όλα τακτοποιημένα στην εντέλεια. Βγήκα πάλι έξω με το χαμόγελο του θριαμβευτή στο πρόσωπό μου. Όλοι κατάλαβαν πως κάτι είχα κάνει.

"Τι έκανες πάλι βρε απατεώνα;", με ρώτησε ο Πέτρος.

"Αγαπητοί μου φίλοι, γυναίκα της ζωής μου", άρχισα την βαρυσήμαντη ανακοίνωσή μου. "Όπως πολύ καλά θα ξέρετε, κανένας γάμος και καμία αρραβώνα δεν αναγνωρίζεται από την κοινωνία μας αν δεν συνοδεύεται από το ταξίδι του μέλιτος. Έτσι κι εγώ λοιπόν, μόλις οργάνωσα όχι το γαμήλιο ταξίδι, αλλά το ταξίδι των αρραβώνων μας. Φεύγουμε στις 11 το βράδυ με το αεροπλάνο γιά Χανιά".

"Είσαι τρελός", σχολίασε η Λένα.

"Συμφωνώ και προσυπογράφω", της απάντησα.

Ο Πέτρος δεν είπε τίποτα. Η Άρτεμη φαινόταν ενθουσιασμένη. Κάθισα πάλι δίπλα της. Μου έσφιξε το πόδι, όπως το Σάββατο το βράδυ που προσπερνούσα σαν τρελός τα άλλα αυτοκίνητα. Τελειώσαμε το φαγητό μας, μείναμε γιά λίγο ακόμη στο σπίτι των παιδιών και στην συνέχεια πήγαμε να ετοιμάσουμε τα πράγματά μας.

Περάσαμε πρώτα από το σπίτι της. Την βοήθησα να ετοιμάσει την βαλίτσα της. Όταν την κλείσαμε, με δυσκολία, είχε πάρει μαζί της σαν γνήσια εκπρόσωπος του φίλου της ρούχα γιά ένα ολόκληρο χρόνο, με ρώτησε.
"Να πάρουμε μαζί μας και μερικά από τα εργαλεία μου;"
"Πάρε ό,τι νομίζεις γλυκιά μου. Θα κάνουμε την πόλη άντρο ακολασίας και διαστροφής".
"Δεν θέλω να τα δεις, δεν πρέπει να ξέρεις τι σε περιμένει, βγες λοιπόν από το δωμάτιο κι άσε με να ετοιμάσω μία ακόμη βαλίτσα." Μόλις τελείωσε, με φώναξε, πήραμε τις βαρυφορτωμένες βαλίτσες και φύγαμε γιά το σπίτι μου. Η δικιά μου φτωχή συγκομιδή από ρούχα, αρκούσε γιά να γεμίσει ένα σακ βουαγιάζ. Αναρωτήθηκα αν είχαμε ξεχάσει τίποτα. Ναι. Έπρεπε να πάρω τηλέφωνο τον Νίκο. Αν μας τηλεφωνούσε τις επόμενες ημέρες και δεν έβρισκε κανένα από τους δυό μας σίγουρα θα ανησυχούσε. Του είπα τα τελευταία νέα, παραλείποντας βέβαια τα περί Στέλλας σχετικά. Δεν είπε τίποτα, τι να πει άλλωστε; Δεν ρωτούσα γνώμες, ανακοίνωνα αποφάσεις. Μας ευχήθηκε καλό ταξίδι, κλείσαμε το τηλέφωνο. Μου φάνηκε πως οι εξελίξεις δεν του άρεσαν. Δεν με ένοιαζε και πολύ. Άρεσαν σε μένα, άρεσαν στην Άρτεμη, οι υπόλοιποι θα έπρεπε απλώς να τις δεχτούν. Η ώρα είχε πάει εφτά το απόγευμα, μέναν τέσσερις ολόκληρες ώρες ως την απογείωση.
"Πάμε στο αεροδρόμιο να παρατηρούμε φάτσες και να τις σχολιάζουμε", πρότεινε η Άρτεμις.
"Κάθε φορά που βρίσκομαι στο αεροδρόμιο ή στο λιμάνι, μου αρέσει να κάθομαι και να παρατηρώ τα πρόσωπα των ανθρώπων που ταξιδεύουν".
Κατεβήκαμε στο αεροδρόμιο. Πήραμε από ένα καφέ, την αράξαμε έξω από την αίθουσα αναχωρήσεων και αρχίσαμε τα σχόλια. Αυτός είχε έρθει στην Αθήνα γιά να μπει σε νοσοκομείο, αυτή ήρθε να δει το παιδί της που είναι φοιτητής, κοίτα αυτό τον κωλόγερο, έφερε την γκομενίτσα του γιά ψώνια και άλλα παρόμοια. Μερικές φορές διαφωνούσαμε.
"Αυτός ο κύριος αύριο το πρωί έχει σημαντικό επαγγελματικό ραντεβού εκτός έδρας", έλεγα εγώ.
"Σαχλαμάρες. Είχε έρθει στην Αθήνα γιά να ψωνιστεί. Δεν βλέπεις την ενοχή στο βλέμμα του;"
"Αισθάνεται ενοχές γιατί αύριο το πρωί θα πρέπει να κοροϊδέψει τους συνεργάτες του"
"Αισθάνεται ενοχές γιατί τον παίρνει και δεν το φχαριστιέται"
"Είσαι διεστραμένη. Δεν είσαι η αθώα και άπραγη κοπέλα που μόλις πάρει από σένα ότι θέλει ο κακός επιβήτορας σε πετάει στον δρόμο σαν μεταχειρισμένο χαρτομάντιλο".
Επανέλαβα το καλαμπουράκι που μου είχε πει μερικές ώρες πριν στο σπίτι του Πέτρου. Δεν γέλασε. Μελαγχόλησε.
"Κάποτε ήμουν", είπε.
Τα είχα κάνει θάλασσα. Της έσφιξα το χέρι, ζήτησα συγνώμη.
"Είμαι ατσούμπαλος", της είπα. "Ώρες ώρες λέω σαχλαμάρες. Συγχώρεσέ με" "Τι σημαίνει ατσούμπαλος;" "Είναι κρητική λέξη. Τώρα που θα κατέβουμε κάτω θα πρέπει να ξέρεις μερικούς ιδιωματισμούς. Διαφορετικά θα πουν ότι είμαι κακός δάσκαλος και θα με διαγράψουν από την λίστα των προπαγανδιστών του νησιού". Άρχισα να λέω διάφορα γιά την σχέση μου με το νησί, η χοντράδα ξεχάστηκε. Πέρασε η ώρα, έγινε η αναγγελία της πτήσεως. Ακολουθήσαμε τις βαρετές διαδικασίες επιβίβασης, χωρίς να ξανασχολιάσουμε τους γύρω μας. Λίγα λεπτά μετά τις έντεκα, το αεροπλάνο άφησε τον διάδρομο απογείωσης και άρχισε να κατευθύνεται προς τ' αστέρια. Τα φώτα της πόλης που αφήναμε πίσω μας μας αποχαιρετούσαν και μας εύχονταν καλό ταξίδι. Αισθανόμουν όλο τον κόσμο τον δικό μου.


Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Άρτεμις, μέρος έκτο: Χαλκίδα

Η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν βαριά. Δεν μπορούσαμε να μείνουμε άλλο εκεί μέσα. Ντυθήκαμε, περάσαμε από το σπίτι μου, όπου επί τέλους άλλαξα μετά από δύο ημέρες ρούχα, πήρα και μερικά μαζί μου, μπήκαμε στο αυτοκίνητο και ξεχυθύκαμε στην Εθνική. Παραλία Χαλκίδας. Αυτή η πόλη πάντοτε με ηρεμούσε. Βόλτα στον πεζόδρομο, ανάλαφρα σχόλια γιά όσα βλέπαμε γύρω μας, ούζο με μεζέ σ' ένα συμπαθητικό μαγαζί στην πλευρά της Στερεάς Ελλάδας. Μετά το δεύτερο καραφάκι ούζο, αποφάσισα να γνωρίσω καλύτερα την κυρία.

"Ώστε ήσουν παντρεμένη;", την ρώτησα.

"Ακόμη είμαι, τυπικά. Ο άντρας μου, προτίμησε να μην χωρίσει μαζί μου, γιά καθαρά κοινωνικούς λόγους. Επίσημη κατοικία του, είναι ακόμη το σπίτι μου".

"Τι δουλειά κάνεις;".

"Είμαι αρχιτεκτόνισσα, αλλά δεν ασχολούμαι και πολύ. Έχω ένα γραφείο, βγάζω καμιά οικοδομική άδεια, και κάνω διαμόρφωση εσωτερικού χώρου σε μαγαζιά ή σπίτια φίλων, πολύ χαλαρά όμως".

"Δηλαδή, αυτό που ουσιαστικά κάνεις στην ζωή σου είναι να πηδάς όποιον τολμήσει να σου πει καλημέρα", είπα τα καλαμπουράκι μου.

"Κανένα δεν πηδάω. Δυό χρόνια τώρα ήμουν με την Στέλλα. Τον πρώτο καιρό, παίρναμε και οι δύο άντρες και γυναίκες που καμάκωνε αυτή. Στην συνέχεια αυτό σταμάτησε. Έρωτα έκανα μόνο μαζί της, αυτή συνέχιζε να καμακώνει δεξιά κι αριστερά, όμως επειδή ζήλευε έπαψε να στήνει καταστάσεις μαζί με μένα. Είσαι το πρώτο άτομο με το οποίο πάω, χωρίς να το ξέρει αυτή τα τελευταία δύο χρόνια."

"Κι ο Γιωργάκης;"

"Άστον αυτόν δεν μετράει, ήταν μιά απογοήτευση και μισή."

"Όταν της πήγες τα φορέματα, της είπες τίποτα γιά μένα;"

"Ναι, της είπα ότι καμάκωσα κάποιον, προσπαθώντας να δείξω ότι είσαι μιά απλή περιπέτεια. Την είδες όμως, είναι πανέξυπνη και ζηλιάρα, σίγουρα κατάλαβε ότι κάτι τρέχει μεταξύ μας. Γι αυτό έφερε η ίδια τα ρούχα πίσω, γιά να σε γνωρίσει."

"Κοίτα Άρτεμη, δεν θέλω να σε μοιράζομαι με κανένα. Όλη αυτή η ιστορία ξεκίνησε και γιά μένα σαν απλή περιπέτεια. Το ξέρεις όμως ότι τώρα πιά είσαι γιά μένα η γυναίκα μου, παρ όλον ότι δεν έχουν περάσει ακόμη ούτε σαράντα οκτώ ώρες από την στιγμή της γνωριμίας μας..."

Με διέκοψε με το ποιό γλυκό χαμόγελο του κόσμου, και μου είπε:

"Μην ζητάς από τον Θεό πράγματα που στα έχει ήδη δώσει".

Σταματήσαμε την κουβέντα και χαζέψαμε γιά λίγο της βάρκες που πηγαινοέρχονταν. Θυμήθηκα το παραμύθι γιά τον αδελφό της φίλης της.

"Και ο αδελφός της φίλης σου που μου έλεγες την Παρασκευή το βράδυ;"

"Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ξεκίνησε η Στέλλα, όχι εγώ".

Πάλι αυτή στην μέση. Το φάντασμά της τριγυρνούσε διαρκώς ανάμεσά μας. Κατάλαβε την σκέψη μου, μου χάιδεψε το χέρι και μου είπε

"Ξέχνα την αυτή. Με βοήθησες να την ξεπεράσω, και γι αυτό το πράγμα, όποια εξέλιξη κι αν υπάρξει μεταξύ μας, θα σε ευγνωμονώ γιά το υπόλοιπο της ζωής μου."

"Δεν έκανα και σπουδαία πράγματα, αν δεν ήσουν έτοιμη από καιρό γι αυτό το βήμα, δεν θα το είχες κάνει." και συμπλήρωσα "Οι άνθρωποι, όπως και η ανθρωπότητα, κάθε φορά τίθενται αντιμέτωποι με τα προβλήματα που μπορούν να ξεπεράσουν."

"Είχε πάντως κάτι από τραγωδία, ο τρόπος με τον οποίο οδήγησες την κατάσταση στην λύση της".

Ομολογώ ότι δεν είχα σκεφτεί πως το γαμήσι ενός κώλου μπορεί να έχει σχέση με τον Αισχύλο.

"Η βία είναι η μαμή της ιστορίας", της απάντησα.

"Μαρξιστής λοιπόν;"

"Μαζοχιστής και καμιά φορά υπηρέτης του γυναικείου κώλου".

"Το τελευταίο, δεν μου το έχεις αποδείξει ακόμη".

"Νομίζω πως το είδες να συμβαίνει μπροστά στα μάτια σου".

"Δεν ήταν όμως τα δικά μου μάτια που πετάχτηκαν έξω".

"Γι αυτό μπορείς και κάθεσαι με τόση άνεση στην καρέκλα".

Οι τελευταίες ατάκες, ειπώθηκαν με ένταση στην φωνή λίγο μεγαλύτερη από την κανονική. Κάποιοι στην διπλανή παρέα, πρέπει να έπιασαν μερικές λέξεις. Η φρίκη του μισθωτού οικογενειάρχη με δύο παιδιά σχηματίστηκε σε μερικά πρόσωπα. Το κατάλαβα, το κατάλαβε και κατάλαβε πως το κατάλαβα. Κόψαμε τις πνευματώδεις παρατηρήσεις μας, χαμογελάσαμε και της έσφιξα το χέρι. Κοιτάξαμε γιά λίγο την θάλασσα. Στην απέναντι ακτή της πόλης, υπάρχουν μερικά ξενοδοχεία. Πριν προλάβω να της κάνω την πρόταση, μου την έκανε αυτή.

"Μένουμε απόψε εδώ, αγάπη μου;"

Δεν της απάντησα, φώναξα τον σερβιτόρο, πλήρωσα και ξεκινήσαμε πιασμένοι χεράκι χεράκι γιά να περάσουμε την γέφυρα.

Το δωμάτιο που νοικιάσαμε, είχε μπαλκόνι με ένα πλαστικό τραπεζάκι και θέα στην θάλασσα. Βρήκαμε στο ψυγείο ουίσκι και βότκα, σε μικρά μπουκαλάκια της μιάς δόσης από αυτά που τα μοιράζουν γιά στον δρόμο διαφήμιση αλλά στα ξενοδοχεία τα πληρώνεις χρυσά. Βάλαμε από ένα ποτό και αράξαμε στο μπαλκόνι. Κάτω από τον πεζόδρομο, ερχόταν το βουητό του κόσμου που πηγαινοερχόταν. Βάρκες περνούσαν κάτω από την γέφυρα. Στην κορυφή του λόφου απέναντι, φάνταζε το κάστρο της πόλης. Σουρούπωνε. 'Οταν πιά νύχτωσε γιά τα καλά, η Άρτεμη μπήκε μέσα και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Λίγα λεπτά αργότερα, κοίταξα στο δωμάτιο και την είδα ξαπλωμένη στο κρεβάτι γυμνή. Παράτησα τις βάρκες στην τύχη τους, μπήκα μέσα, κατέβασα τα ρολά, άναψα όλα τα φώτα και στάθηκα να απολαύσω την γύμνια της. Ήπια το ουίσκι μου, ξεντύθηκα και κάθισα στην άκρη του κρεβατιού. Την έπιασα από την λεκάνη και την γύρισα μπρούμυτα. Ξάπλωσα πάνω της. Την δάγκωσα στον λαιμό απαλά. Έγλειψα την σπονδυλική της στήλη. Όταν έφτασα στους γλουτούς της, τους άνοιξα με τα δυό μου χέρια και έχωσα μέσα την γλώσσα μου. Όταν μπήκα στον κώλο της, την ένοιωσα να ανατριχιάζει. Έμεινα στην θέση αυτή κάμποση ώρα, δουλεύοντας την τρύπα της, αφήνοντας άφθονο σάλιο να μπει μέσα της. Σκαρφάλωσα και πάλι πάνω της. Ήμουν έτοιμος να μπω μέσα της. Πέρασα τα χέρια μου κάτω από τις μασχάλες της και την έπιασα από τους ώμους. Της ψιθύρισα στ' αυτί, ότι μου είχε και εκείνη ψιθυρίσει δυό νύχτες πριν.

"Πάρε βαθιά ανάσα γλυκιά μου".

Ανατρίχιασε, σήκωσε λίγο τον πισινό της. Ίσα που την άνοιξα. Μιά ψιλή κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της "Αχ!". Μπήκα πιό βαθειά. Βόγγηξε. Σιγά-σιγά, έφτασα μέχρι το τέλος. Η Άρτεμη δάγκωνε τα χείλη της όλη αυτή την ώρα. Άρχισα να μπαίνω και να βγαίνω μέσα της. Με προσοχή. Όταν μπαίνω μέσα της, την τραβάω από τους ώμους προς τα κάτω. Κάποιες στιγμές, κραυγούλες πόνου μα και καύλας ταυτόχρονα βγαίνουν από το στόμα της. Αρχίζω να αγρεύω.

"Φώναξε, θέλω να σε ακούσω να φωνάζεις".

Παύει πιά να συγκρατεί τις κραυγές της. Όσο την ακούω, τόσο πιό δυνατά την καρφώνω. Τόσο πιό γρήγορα κινούμαι. Βλέπω τις γροθιές της που σφίγγονται. Το στόμα της είναι ανοιχτό, η γλώσσα της γλείφει τα χείλια της. Τα μάτια της συνήθως είναι κλειστά, μα όταν τα ανοίγει, φαίνονται να έχουν μεγαλώσει. Ανασηκώνεται λίγο, χώνω το χέρι μου ανάμεσα στα πόδια της και αρχίζω να παίζω με την κλειτορίδα της. Χάνει κάθε έλεγχο, προσπαθεί να ακολουθήσει τον ρυθμό μου, αλλά μπερδευόμαστε. Όταν τραβιέμαι, αυτή σπρώχνει προς τα πίσω. Πρέπει να οργανωθούμε.

"Ακολούθησε τον ρυθμό μου, αγάπη μου", της λέω.

Χαμηλώνω τον ρυθμό μου και συντονιζόμαστε. Αρχίζω και πάλι να επιταχύνω. Το ένα μου χέρι χαϊδεύει πάντα την κλειτορίδα της, το άλλο το έχω περάσει γύρω από τον λαιμό της και την σφίγγω. Ρόγχος βγαίνει από το στόμα της. Δαγκώνει το μαξιλάρι. Νοιώθω να με σφίγγει. Τρελαίνομαι. Χαλαρώνω την λαβή μου από τον λαιμό της. Εξακολουθεί να προσπαθεί να εμποδίσει την είσοδό μου βαθιά μέσα της. Νοιώθω τον ερεθισμό μου να επιτείνεται. Δεν μπαίνω πλέον απλώς μέσα της, την καρφώνω. Την ξεσκίζω.

"Χύσε μέσα μου αγάπη μου, χύσε μαζί μου". Παραληρεί.

Καταλαβαίνω πως φτάνει. Τραντάζεται ολόκληρη, το κρεβάτι κοντεύει να σπάσει. Κρατιέμαι γιά να μην τελειώσω μαζί της. Θέλω να την φέρω σε οργασμό δεύτερη απανωτή φορά. Δεν αργώ να τα καταφέρω. Τελειώνει πάλι, το χέρι μου που είναι στην κλειτορίδα της γεμίζει από τα υγρά της. Γυρίζει το πρόσωπό της προς το μέρος μου, ανοίγει τα μάτια της και βλέπω μόνο το ασπράδι τους. Πάνω εκεί, τελειώνω κι εγώ. Την πλημμυρίζω. Φωνάζει ασυναρτησίες. "Τσούζει, πονάει, μην σταματάς, σταμάτα δεν αντέχω". Δεν προλαβαίνω να βγω από μέσα της και είμαι πάλι έτοιμος. Την καρφώνω. Φτάνω μέχρι το τέλος. Τον βγάζω τελείως έξω και την ξανακαρφώνω. Συνεχίζω αυτό το παιχνίδι γιά κάμποσο, και τότε ακούω να βγαίνει όχι από το στόμα της, αλλά από όλο της το είναι η κραυγή της λέαινας. Άρχισε από χαμηλά, μα όταν έφτασε στο αποκορύφωμα, το σύμπαν διαλύθηκε γύρω μου. Όταν συνήλθα λίγα λεπτά αργότερα, ήμουν πεσμένος στο πάτωμα, μιά καρέκλα ήταν αναποδογυρισμένη, το κρεβάτι είχε μετακινηθεί τουλάχιστον ένα μέτρο από την θέση του και η Άρτεμη βαριανάσαινε στημένη στα τέσσερα, με κοίταζε σαν αρπαχτικό και οι χυμοί της τρέχαν πάνω στο σεντόνι. Την φοβήθηκα.

"Μην με πλησιάζεις", μου είπε "γιά όνομα του Θεού, μην με πλησιάζεις. Θα σου κάνω κακό".

Η φωνή της ήταν βραχνή, αποφασιστική. Πρόσεξα πως τα μπούτια της ήταν λερωμένα από αίμα. Ήμουν κι εγώ το ίδιο λερωμένος. Συνέχισε γιά λίγο ακόμη να βαριανασαίνει. Προσπαθούσε να ελέγξει την αναπνοή της. Στο τέλος τα κατάφερε. Μπήκε στο μπάνιο, έμεινε εκεί γιά περισσότερο από ένα τέταρτο της ώρας.

Στο μεταξύ σηκώθηκα από το πάτωμα, σήκωσα την καρέκλα, έσπρωξα το κρεβάτι πίσω στην θέση του και είδα ότι πέρα πό το σεντόνι και το στρώμα είχε τα χάλια του. Ευτυχώς, το δωμάτιο είχε δύο κρεβάτια, θα κοιμόμασταν αγκαλιά στο δεύτερο που είχε μείνει απείραχτο. Το ξανασκέφτηκα. Μαζί μ' αυτήν την μαινάδα στο ίδιο κρεβάτι; Την στιγμή εκείνη, μπήκε στο δωμάτιο, τυλιγμένη με μιά πετσέτα του ξενοδοχείου. Το βλέμμα της παρέμενε άγριο.

"Που είναι η βότκα μου; Άναψέ μου ένα τσιγάρο".

Ξάπλωσε στο κρεβάτι. Της πήγα την βότκα και το τσιγάρο και τότε γιά πρώτη φορά η αγριάδα στο πρόσωπό της έσπασε.

"Σ' ευχαριστώ", μου είπε.

Κρατηθήκαμε σε απόσταση. Δεν την ακούμπησα, δεν με ακούμπησε. Μπήκα στο μπάνιο γιά να πλυθώ. Η μπανιέρα ήταν υπέροχα μεγάλη. Την γέμισα και μπήκα μέσα. Δεν είχα βολευτεί καλά καλά μέσα στο νερό, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα. Με κοίταξε, έκανε να πλησιάσει αλλά κρατήθηκε. Κάθισε στην λεκάνη γιά να κάνει την ανάγκη της. Το λαμπερό βλέμμα της ευτυχισμένης, χορτάτης ερωτικά γυναίκας που έβλεπα μέχρι πριν από μερικές ώρες είχε χαθεί από το πρόσωπό της. Ήταν πλέον σκοτεινή, άγρια.

"Να πάμε να φάμε, πεινάω", μου είπε.

Δεν μου το ζήτησε, δεν το συζήτησε, δεν ήταν όμως και διαταγή.

"Ετοιμάσου, βγαίνω κι εγώ από το μπάνιο και πάμε". Βγήκε από το μπάνιο, βγήκα και γω σχεδόν από πίσω της. Ντυθήκαμε αμίλητοι, κατεβήκαμε στην ρεσεψιόν ν' αφήσουμε το κλειδί. Ο υπάλληλος που είχε βάρδια, μόλις μας είδε από μακρυά χαμογέλασε πονηρά γιά μιά στιγμή. Πήρε όμως πάλι το επαγγελματικό υφάκι και μας έκανε μία παρατήρηση.

"Θα σας παρακαλούσα να μην κάνετε τόση φασαρία. Μερικοί από τους ενοίκους μας διαμαρτυρήθηκαν και καταλαβαίνετε, βρίσκομαι σε πολύ δύσκολη θέση".

"Ώστε ακουστήκαμε;" ρώτησα, περισσότερο γιά να σπάσω την βαριά ατμόσφαιρα που υπήρχε ανάμεσα σε μένα και την Άρτεμη και λιγότερο γιατί ήθελα να συζητήσω τις ερωτικές μας περιπέτειες με τον πρώτο τυχόντα ρεσεπσιονίστα.

"Αν ακουστήκατε; Μέχρι κάτω στον δρόμο. Κάποιοι μάλιστα μου ζήτησαν να μπω στο δωμάτιο με το πασπαρτού γιά να δω τι συμβαίνει, αλλά εγώ σας είχα δει από την ώρα που ήρθατε, ήμουν σίγουρος ότι δεν χρειαζόταν να ανακατευτώ".

Έκπληξη πάνω στην έκπληξη.

"Αν όμως επαναληφθεί είμαι αναγκασμένος να καλέσω την αστυνομία και να υποβάλω μήνυση γιά διατάραξη κοινής ησυχίας. Λυπάμαι, είναι ο κανονισμός του ξενοδοχείου".

"Καλά σ' ευχαριστώ", του απάντησα, άφησα το κλειδί, άφησα και ένα μπουρμπουάρ και βγήκαμε στον δρόμο.

Ένοιωθα τα βλέμματα των περαστικών να σκαλώνουν πάνω μας και να μας λένε "ξέρουμε τι κάνετε μεταξύ σας εσείς οι δύο". Προσπαθούσα να τ' αποφύγω.

Πήραμε το αυτοκίνητο, και καταλήξαμε μετά από οδήγημα στην τύχη μιάς περίπου ώρας, σε ένα συμπαθητικό, ήσυχο παραθαλάσσιο χωριό. Βρήκαμε μιά ταβέρνα, καθίσαμε. Ο ταβερνιάρης, ένας χαρούμενος πενηνταπεντάρης τύπος με το μουστάκι του, την κοιλίτσα του, είχε όρεξη γιά κουβέντα. Καθίστε παιδιά, τι θα πάρουν τα παιδιά, από που είστε παιδιά και άλλα παρόμοια. Οι απαντήσεις μας έδειχναν πως δεν είχαμε διάθεση γιά πολλά πολλά. Μας έφερε λοιπόν τα πράγματα που είχαμε παραγγείλει και μας άφησε στην ησυχία μας. Φάγαμε αμίλητοι. Όταν τελειώσαμε, μίλησε πρώτα αυτή.

"Υπερβήκαμε τα όρια. Φοβάμαι".

"Τι φοβάσαι, τα σχόλια του κόσμου;"

"Αλέξανδρε, άσε τις εξυπνάδες, σου μιλάω σοβαρά".

"Το ξέρω πως είναι σοβαρά τα πράγματα, γι' αυτό προσπαθώ να ελαφρώσω την ατμόσφαιρα".

"Δεν είναι αυτή λύση. Αυτό που έγινε το απόγευμα, δεν μου έχει ξανατύχει". Γι' αυτό ήμουν σίγουρος.

"Όταν σε πέταξα από πάνω μου και σε είδα πεσμένο στο πάτωμα, θέλησα να σου ορμήξω και να σου κόψω τον πούτσο με τα δόντια μου".

Ανατρίχιασα.

"Κρατήθηκα την τελευταία στιγμή και έκανα ασκήσεις ελέγχου γιά να ηρεμήσω. Οργασμούς στην ζωή μου έχω γνωρίσει αρκετούς, τέτοιο πράγμα όμως ποτέ. Ξύπνησε μέσα μου το ζώο και δεν είμαι σίγουρη γιά το εάν μπορώ να το ελέγξω".

Μικρή διακοπή.

"Και σε παρακαλώ μην σκέφτεσαι όταν σου μιλάω τον Αρκά".

Πως διάολο το κατάλαβε;

"Καταλαβαίνω πολύ καλά τι σκέφτεσαι την κάθε στιγμή. Νομίζεις πως δεν ένοιωσα τις ενοχές σου, όταν βγήκαμε από το ξενοδοχείο;"

Τσατίστηκα.

"Σταμάτα να μου λες αυτά που σκέφτομαι. Έχω στόμα, μπορώ να μιλήσω και αν ποτέ χρειαστώ μέντιουμ να είσαι σίγουρη πως θα σε προτιμήσω. Κι εγώ ένοιωσα πρωτόγνωρα σήμερα το απόγευμα, αλλά δεν με φοβίζει αυτό. Είναι αλήθεια πως όταν σε είδα στημένη στα τέσσερα να μου λες να μην πλησιάσω, σε φοβήθηκα. Μέχρις εκεί όμως. Θέλω να ζήσω μαζί σου, κανένα κερατά δεν έχουμε ανάγκη, θα μπορέσουμε να ελέγξουμε τα ένστικτά μας. Εδώ υπάρχουν ζευγάρια που δεν έχει δει ο ένας τι χρώμα έχει το σπέρμα του άλλου, κι εμείς αντί να είμαστε ευτυχισμένοι που είμαστε μαζί, αντί να χαίρεσαι που απαλλάχτηκες από μιά διεστραμένη τσούλα καθόμαστε και γενάμε προβλήματα;"

Όπως πάντα, ήμουν γιά μία ακόμη φορά στην ζωή μου αθεράπευτα αισιόδοξος. Είχα πει κάμποσα, το κερασάκι όμως ήταν στο θέλω να μείνουμε μαζί. Κάθε σχεδόν γυναίκα ξανασκέφτεται ότι έχει στο μυαλό της όταν ένας άντρας της προτείνει γάμο, αρραβώνα, συγκατοίκηση ή κάτι ανάλογο που να υποδηλώνει την συνεχή παρουσία και στήριξη από την πλευρά του. Η κουβέντα βέβαια ειπώθηκε πάνω στην ροή του λόγου, χωρίς προηγούμενη σκέψη, αλλά εξέφραζε απόλυτα αυτό που ήθελα. Ένοιωσα ευτυχισμένος που έστω και με αυτό τον πλάγιο τρόπο πρότεινα σ' αυτή την υπέροχη από κάθε άποψη γυναίκα να μείνουμε μαζί. Γιά πόσο καιρό άραγε; Αυτό δεν είχε καμία απολύτως σημασία εκείνη την στιγμή. Την είδα να χαλαρώνει και να μου χαμογελά. Χάιδεψα το χέρι της, άναψα ένα τσιγάρο και της το έδωσα, άναψα ένα και γιά μένα. Το κρασί είχε τελειώσει, έκανα νόημα στον ταβερνιάρη να μας φέρει κι άλλο. Ήρθε μετά από λίγο, έφερε το κρασί, "αυτό κερασμένο από το μαγαζί", μας είπε. Απορήσαμε.

"Σ' ευχαριστούμε, φέρε ένα ποτήρι να πιείς μαζί μας." Πετάχτηκε μέχρι το μαγαζί, γύρισε μ' ένα ποτήρι, το γέμισα, τσουγκρίσαμε και μας ευχήθηκε.

"Καλή δύναμη παιδιά και πάντα να είστε μονοιασμένοι, όπως είστε τώρα".

"Νάσαι καλά", του απάντησα.

Η Άρτεμις όμως συνέχισε, κάτι δεν της άρεσε στην ευχή που μας έδωσε.

"Τι ακριβώς εννοείτε;"

"Κοπέλα μου, όταν καθίσατε εδώ, ήσασταν τα μαύρα σας τα χάλια. Δεν είχατε μαλώσει, αυτό είναι σίγουρο, αγαπιόσαστε, όμως κάτι πολύ βαθύ σας έτρωγε. Δεν το ξεπεράσατε, βρήκατε όμως πάλι το θάρρος και την εμπιστοσύνη στον εαυτό σας κι αυτό είναι το πιό σπουδαίο απ' όλα."

Τι στα κομμάτια σκέφτηκα, απόψε είναι η νύχτα των μαγισσών;. Η Άρτεμη που λέει αυτά που σκέφτομαι, ο ταβερνιάρης από δω μας ξέρει σαν κάλπικη λίρα, μήπως πρέπει να πάρω κι εγώ μιά κρυστάλλινη σφαίρα και ν' αρχίσω να βλέπω το μέλλον; Το σίγουρο πάντως ήταν πως είχαμε ανάγκη από ζεστή ανθρώπινη παρουσία και οι δύο μας, γι' αυτό συνεχίσαμε την κουβέντα μαζί του. Αυτός, άλλο που δεν ήθελε. Άφησε την γυναίκα και τα παιδιά του να ασχολούνται με τους πελάτες, πήγε στην κουζίνα και έφερε μεζέδες από το σπίτι, και άρχισε να μας λέει ιστορίες. Πως βγήκε μιά φορά από το σπίτι του γιά τσιγάρα και γύρισε μετά από πέντε χρόνια, πως έριξε τα μπετά του μαγαζιού του παράνομα μιά νύχτα εκλογών και άλλα παρόμοια. Με τούτα και με κείνα, ήπιαμε οι τρεις μας δυόμιση κιλά κρασί. Εμείς είχαμε χαλαρώσει εντελώς, ο τύπος χαιρόταν που είχε βρει τόσο καλούς ακροατές γιά να πει τις ιστορίες του. Μιλούσα στην γυναίκα μου με τα μάτια και πάλι, μου μιλούσε κι αυτή με τον ίδιο τρόπο, ένοιωθα ευτυχισμένος. Σε κάποια στιγμή, ο φίλος μας μας ρώτησε πόσο καιρό ήμασταν μαζί.

"Εσύ πόσο λες;" τον ρώτησε η Άρτεμις.

"Γύρω στον ένα χρόνο. Γνωρίζετε ο ένας τον άλλο, είστε ακόμη πάνω στα ντουζένια σας, βέρες δεν φοράτε."

"Κι αν σου λέγαμε πως γνωριζόμαστε μόλις δυό μέρες, τι θα έλεγες;"

"Αποκλείεται", απάντησε.

Μας κοίταξε όμως με προσοχή και κατάλαβε πως δεν λέγαμε ψέματα. Μαζεύτηκε, έγινε ξαφνικά επιφυλακτικός. Άναψε ένα τσιγάρο από το πακέτο μου.

"Παιδιά προσέξτε. Έρωτες σαν τον δικό σας δεν έχουν καλό τέλος", μας είπε.

Βρήκε δικαιολογία μιά παρέα που έφευγε, "Συγνώμη να κάνω τον λογαριασμό", μας είπε και δεν ξανακάθησε μαζί μας. Μείναμε βουβοί. Λίγη ώρα αργότερα, ζητήσαμε τον λογαριασμό. Ήρθε, έκανε τον λογαριασμό, μας κέρασε τα κρασιά, πληρώσαμε. Καθώς φεύγαμε, μας σταμάτησε, ζήτησε συγνώμη που μας εγκατέλειψε, μας φοβήθηκε λέει, και τέλος μας είπε.

"Παιδιά να προσέχετε. Αν θέλετε να μ' ακούσετε, προσέξτε πολύ. Πάρτε το από τώρα απόφαση πως δεν μπορείτε να μείνετε μαζί γιά πολύ καιρό. Βρείτε την δύναμη να χωρίσετε νωρίς, αν θέλετε να ζήσετε. Διαφορετικά, ο Θεός να βάλει το χέρι του".

Μιά πέτρα πλάκωσε την ψυχή μου. Πρώτα ο Νίκος, μετά το ξέσπασμα της Άρτεμης, τώρα ο ταβερνιάρης. Με τι στον διάολο είχα, είχαμε, μπλέξει τελικά; Η απορία δεν ήταν μόνο δική μου. Την αγκάλιασα από τους ώμους και την φίλησα τρυφερά στο μάγουλο. Το είχε ανάγκη. Γύρισε, αγκαλιαστήκαμε και αρχίσαμε να φιλιόμαστε στην μέση του δρόμου. Δεν ήταν αυτό φιλί έρωτα, ήταν φιλί αγωνίας, ανάγκης συμπαράστασης από τον άλλο. Κράτα με να σε κρατώ ν' ανεβούμε στο βουνό δηλαδή. Στην μέση περίπου της διαδρομής γιά την Χαλκίδα, της πρότεινα να αφήσουμε το ξενοδοχείο και να πάμε να μείνουμε στο σπίτι μου στην Αθήνα. Το δέχτηκε με ανακούφιση. Μαζέψαμε τα πράγματά μας, πληρώσαμε το ξενοδοχείο, μπήκαμε ξανά στ' αυτοκίνητο και μετά από μία ώρα ήμασταν στο σπίτι μου.

Οι φωτογραφίες είναι από το facebook και ανήκουν στην εκπληκτική Sandy Meyers